Αβέβαιοι Καιροί: Ψυχανάλυση και Φόβος

Αβέβαιοι Καιροί: Ψυχανάλυση και Φόβος

Juan Flores

Ψυχολόγος, Παπικό Καθολικό Πανεπιστήμιο
Διδάκτωρ Ψυχολογίας (Ph.D.) Πανεπιστημίου της Χιλής  
Ψυχαναλυτής, Ψυχαναλυτική Εταιρεία της Χιλής -ICHPA
Διευθυντής Μεταπτυχιακού Προγράμματος στην Ψυχανάλυση, U. Adolfo Ibáñez
Γενικός Γραμματέας της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ψυχαναλυτικών Εταιρειών (I.F.P.S.) 

Χωρίς αμφιβολία, διανύουμε μία χρονική περίοδο που μοιάζει να είναι η εξαίρεση στον κανόνα. Μια περίοδο που αντιλαμβανόμαστε ως ένα κύμα γεγονότων, τα οποία καταλύουν τον φαινομενικά σταθερό τρόπο ζωής που είχαμε συνηθίσει και θρυμματίζουν τις βεβαιότητες της καθημερινότητας μας. Η κατάσταση αυτή μας υποχρεώνει να δεχτούμε ότι όλες εκείνες οι προφανείς βεβαιότητες ήταν απλώς και μόνο υποθέσεις, γεγονός που αναμφίβολα μας κλονίζει και μας κάνει να νιώθουμε εύθραυστοι. 
Η παρούσα έκθεσή μας στο φόβο του θανάτου και της ασθένειας μας φέρνει αντιμέτωπους με το ενδεχόμενο οι προσδοκίες και τα όνειρα πάνω στα οποία έχουμε δομήσει την πορεία της ζωή μας, να καταρρεύσουν. Το παρόν, κάποιες φορές, αρχίζει να μοιάζει σαν μια αδιάκοπη ταλαιπωρία με γκρίζο και θολό ορίζοντα, θέτοντας το μέλλον μας σε αναστολή και υπό απειλή. Σε σκοτεινές στιγμές σαν αυτές, έχουμε ανάγκη να μπορούμε να φανταστούμε ένα μέλλον πιο φωτεινό, για να στηρίξουμε τον εαυτό μας, έστω κι αν αυτό το αναγκαίο όνειρο φαντάζει αμφίβολο.  
Στο μέλλον, αναδρομικά, πιθανότατα θα αντιλαμβανόμαστε την περίοδο αυτή ως απλώς ακόμη μία από τις πολλές καταστάσεις που μας εκθέτουν σε αυτό το αίσθημα δυσφορίας, που είναι τόσο χαρακτηριστικό για το ανθρώπινο είδος, δηλαδή αυτό το αίσθημα ότι είμαστε εύθραυστοι μπροστά στις αντιξοότητες και διατρέχουμε διαρκώς τον κίνδυνο να δεχτούμε επίθεση από κάποια ασθένεια, συναισθηματικό πόνο ή φυσικά φαινόμενα που είναι αδύνατο να προβλέψουμε. Ίσως είναι ο παγκόσμιος χαρακτήρας και η κάλυψη από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που συμβάλουν περισσότερο στην αντίληψη ότι αυτό που βιώνουμε είναι κάτι μοναδικό και εξαιρετικό. Έχουμε οδυνηρή επίγνωση ότι είμαστε πάντοτε εκτεθειμένοι σε ατυχήματα, δηλαδή σε γεγονότα που δεν μπορούμε ούτε να ελέγξουμε, ούτε να προβλέψουμε. Αυτό το αίσθημα ότι δεν έχουμε τον πλήρη έλεγχο είναι οπωσδήποτε ένα από τα δυσκολότερα πράγματα να αντέξει κανείς στη ζωή. Ίσως είναι αυτός ο λόγος που γινόμαστε μάρτυρες τόσο πολλών δηλώσεων, που υπερχειλίζουν από συναίσθημα κι ελπίδα ότι αυτή η εμπειρία που ζούμε τώρα θα μπορούσε να μεταβάλει τις ανθρώπινες σχέσεις και να επιφέρει ριζικές αλλαγές στον τρόπο που σχετιζόμαστε με τους άλλους. 
Γίναμε μάρτυρες μιας σειράς σχεδόν μυστικιστικών αντιδράσεων· ακούσαμε να ερμηνεύονται τα γεγονότα που ζούμε ως συνέπεια του ότι αποκλίναμε από το δρόμο μας, ότι χάσαμε τους δεσμούς μας με τη φύση ή ότι επιτρέψαμε στον ανθρώπινο εγωισμό να επικρατήσει έναντι των πάντων. Ωστόσο, ελοχεύει ο κίνδυνος η θέση αυτή να αντανακλά απλώς μία αντίδραση που χαρακτηρίζεται από το άγχος και την ένοχη μεταμέλεια, παρά μία αληθινή δυνατότητα για βαθιά αλλαγή στο τρόπο που συνδεόμαστε μεταξύ μας. Οποιαδήποτε προσπάθεια να επιτύχει κανείς αλλαγή σε βάθος απαιτεί μία συνεχή πάλη με τον εαυτό μας κι επίσης προϋποθέτει να έρθουμε αντιμέτωποι με τις δυνάμεις εκείνες που μας κάνουν να αντιστεκόμαστε σε οποιαδήποτε δομική αλλαγή. 
Σήμερα παρακολουθούμε μία εξασθένηση των δεσμών· μία αβεβαιότητα που απειλεί το μέλλον και θέτει τη ζωή σε κίνδυνο. Επιπλέον, το αίσθημα ότι οι καιροί που έρχονται θα είναι εξίσου δύσκολοι και σύνθετοι, συμβάλλει στην αντίληψη ενός εύθραυστου και αβέβαιου περιβάλλοντος. 
Ο κορονοϊός είναι δημοκρατικός ως προς το ότι μπορεί να προσβάλει εξίσου οποιονδήποτε, αλλά όχι και ως προς τις συνέπειες που επιφέρει. Όλες οι στατιστικές δείχνουν ότι οι φτωχοί και περιθωριοποιημένοι (οι κάτοικοι της Λατινικής Αμερικής, οι αφροαμερικανοί και οι ισπανόφωνοι στις ΗΠΑ, οι μετανάστες στην Ευρώπη, κτλ.) είναι οι κύριες ομάδες που προσβάλλονται. Είναι εκείνοι που εξαιτίας των υλικοτεχνικών συνθηκών της ζωής τους, των αδυναμιών των συστημάτων περίθαλψης και της αναπόφευκτης έκθεσής τους στις μετακινήσεις, στη διάδραση με τους άλλους, στην κοινή χρήση των μέσων μαζικής μεταφοράς, κτλ., θα υποστούν στο ίδιο τους το σώμα τις συνέπειες της μόλυνσης από τον ιό. Tα μηνύματα που ακούμε διαρκώς για να “μείνουμε σπίτι”, προωθώντας την “κοινωνική αποστασιοποίηση” και την “εξ αποστάσεως εργασία”, μοιάζουν σαν συνθήματα που αποκαλύπτουν ορισμένου βαθμού άρνηση των κοινωνικών συγκρούσεων και των άνισων τρόπων να αντιμετωπίσουμε αυτήν την πανδημία εξαιτίας των υλικοτεχνικών συνθηκών κάτω από τις οποίες ζει ο καθένας από εμάς. 
Είναι πιθανό επομένως ότι υπάρχουν δύο δυνατές κατευθύνσεις προς τις οποίες θα μπορούσαν να κινηθούν τα κοινωνικά δυναμικά. Στον έναν πόλο βρίσκεται η πιθανότητα ο συνεχιζόμενος περιορισμός σε συνδυασμό με μία ασταθή οικονομία να αυξήσουν την αγωνία και το άγχος, εξασθενώντας τον κοινωνικό ιστό και να οδηγήσουν ακόμη και σε βίαιες πράξεις που θα επιδεινωθούν από το κλίμα βαθιών, μακροχρόνιων συγκρούσεων και ακολούθως θα οδηγήσουν σε αντιδράσεις που θα έχουν την τάση να εκτονώνουν την οργή χωρίς προσπάθεια επεξεργασίας ή προσανατολισμό προς αληθινή αλλαγή. Η άλλη εναλλακτική είναι εκείνη που μέσω της επεξεργασίας της εμπειρίας, θα εργαστούμε προς την κατεύθυνση νέων συμφωνιών, ενισχύοντας τους δεσμούς που μας ενώνουν, προωθώντας την αληθινή αλληλεγγύη και επανεκτιμώντας τη σημασία των συλλογικών δομών ως μέσο κοινωνικής υποστήριξης. 
Θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε την πανδημία ως κάτι που επιτίθεται σε όλα όσα μας στηρίζουν και μας ενώνουν με τους άλλους. Ένας κρυμμένος και αόρατος εχθρός που εισβάλει χωρίς λόγο ή νόμο, αναπαράγοντας τον τρόμο, έτσι ώστε να αναζητούμε εξηγήσεις για την πηγή και τις αιτίες των όσων μας συμβαίνουν. Κάπως έτσι παρασυρόμαστε από τις διάφορες θεωρίες συνομωσίας, σε μια προσπάθεια να καταστήσουμε τις μη προφανείς αιτίες των προβλημάτων μας κατανοητές και βάσιμες.
 
Όπως σε κάθε κατάσταση στην οποία δεν έχουμε τον έλεγχο, ο φόβος μας κατακλύζει και μετατρέπεται ο ίδιος σε μία ακόμη επικίνδυνη πανδημία. Ο φόβος μας ωθεί να αντιδράσουμε παρορμητικά και φέρνει στην επιφάνεια βασικά ζητήματα επιβίωσης που αντιτίθενται στην αλληλεγγύη και το ομαδικό πνεύμα. Ο φόβος εξάλλου είναι από τις πιο σημαντικές πηγές άγχους και βίας απέναντι στον Άλλο και διεγείρει τις πιο πρωτόγονες αντιλήψεις μας για τον Άλλο ως εχθρό.
 
Οπότε, ένας πάντα υπαρκτός κίνδυνος, ας το παραδεχτούμε, είναι ένας κόσμος που θα κυριαρχείται από τον έλεγχο επάνω στο ανθρώπινο σώμα, από την επιβολή της πειθαρχίας στις καθημερινές ασχολίες, από την επιτήρηση της επαφής. Μπροστά σε όλα αυτά, θα πρέπει να καταβάλουμε μία τεράστια προσπάθεια να ενισχύσουμε τους ανθρώπινους και κοινωνικούς μας δεσμούς, να δημιουργήσουμε δίκτυα αλληλεγγύης, τα οποία θα λειτουργήσουν ως στήριγμα στην αντιμετώπιση ενός διαφορετικού ιού, που είναι εξίσου ισχυρός και διαρκής: εκείνου που διατείνεται ότι η θεμελιώδης απάντηση στα προβλήματα είναι να αναζητήσει κανείς καταφύγιο στην απομόνωση, αμυνόμενος υπέρ του εαυτού του, και επιχειρεί να θριαμβεύσει μέσω της ιδέας ότι ο καθένας πρέπει να προσβλέπει στην προάσπιση μόνο του εαυτού του.
 

Μετάφραση: Δέσποινα Γιαϊλόγλου